Το Ηρώδειο υπήρξε το υψηλότερο κτίριο της χώρας ως την κατασκευή του Χίλτον!

ΗρώδειοΤο Ωδείου Ηρώδου του Αττικού (160-169 μ.Χ.), όπως τα περισσότερα ωδεία της εποχής του, θυμίζει θέατρο– άλλωστε ως θέατρον αναφέρεται από τον Φιλόστρατο. Πράγματι, αν εξαιρέσει κανείς την ύπαρξη στέγης, που είναι και η ειδοποιός διαφορά ωδείου και θεάτρου, το Ηρώδειο έχει όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά του θεάτρου και δη εκείνου της ρωμαϊκής εποχής.

Κι όμως το Ηρώδειο στην αρχαιότητα, όχι μόνο ήταν στεγασμένο αλλά η στέγη του αποτελούσε και θαύμα της αρχιτεκτονικής. Ήταν ξύλινη και για την κατασκευή της πρέπει να χρησιμοποιήθηκαν περίπου 3.000 μεγάλα ως επί το πλείστον δέντρα, όπως κέδροι, κυπαρίσσια και λάρικες. Κατεργασμένη η ξυλεία θα πρέπει να ζύγιζε γύρω στους 750 – 800 τόνους. Και το σημαντικότερο: Δεν είχε καθόλου ενδιάμεσα στηρίγματα!

Ο Μανόλης Κορρές, καθηγητής Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής στο ΕΜΠ, ο οποίος έχει μελετήσει διεξοδικά το ζήτημα της στέγης του Ηρωδείου είναι σε θέση μιλάει με ακρίβεια για το κατασκευαστικό θαύμα, που θεωρείτο στην εποχή του αυτό το οικοδόμημα. Γιατί το Ηρώδειο, δώρο ας μη ξεχνούμε, του Ηρώδη Αττικού στην Αθήνα είχε κερδίσει από την αρχαιότητα τον θαυμασμό των ανθρώπων.

Ο Παυσανίας στα κείμενά του το χαρακτηρίζει ως το αξιολογότερο οικοδόμημα του είδους του ενώ ο Φιλόστρατος εγκωμιάζει την τεράστια στέγη του αναφέροντας: «ἀνέθηκε δὲ ὁ Ἡρῴδης καὶ τὸ ἐπὶ Ριγίλλῃ θέατρον, κέδρου ξυνθεῖς τὸ ὄροφον ἡ δὲ ὕλη καὶ ἐν ἀγαλματοποιίαις σπουδαῖα». Οι μαρτυρίες αυτές δίχασαν την επιστημονική κοινότητα, καθώς μια ολική στέγαση τόσο τεράστιου χώρου άνευ ενδιάμεσων στηριγμάτων φαίνεται στους περισσοτέρους μάλλον ανέφικτη.

Πώς όμως έγινε δυνατό αυτό το θαύμα; «Η λύση βρίσκεται μάλλον στον τρόπο κατασκευής των ρωμαϊκών γεφυρών και όχι μόνον των ρωμαϊκών στεγών», αναφέρει ο μελετητής, προσθέτοντας ότι σαν παράδειγμα προσφέρεται η γέφυρα του Τραϊανού (105 μ.Χ.) έργο του διάσημου Απολόδωρου από την Δαμασκό.

Ενώ δεν βρέθηκαν ίχνη από κατακόρυφα στηρίγματα στο κοίλο –επειδή τέτοια ουδέποτε υπήρξαν–, η δομή του κτηρίου αποδεικνύει την πρόβλεψη στέγης, βάσει των εξής γνωρισμάτων:

  1. Οι τοίχοι της θεατρικής αίθουσας έχουν τεράστιο πάχος (9 ρωμαϊκοί πόδες =2.65μ.) και εξαιρετικά στερεά κατασκευή. Το πάχος των τοίχων θα έπρεπε να είναι πολύ μικρότερο, εάν το Ηρώδειον ήταν ασκεπές και εάν οι τοίχοι αντί για μια τεράστια στέγη έπρεπε απλώς να φέρουν το ίδιον βάρος.
  2. Παρουσία πολύ μεγάλων παραθύρων (από εκείνα της ανωτέρας σειράς χωράει άνετα διώροφο λεωφορείο) σε τρεις επάλληλες σειρές στη νότια πλευρά. Τα παράθυρα θα ήταν άχρηστα σε ένα ασκεπές ή ημισκεπές κτήριο).
  3. Οι τοίχοι συνεχίζονται προς τα άνω πολύ ψηλότερα από την τελευταία σειρά εδωλίων, έως ύψους 11,5μ από αυτήν κάτι δε συμβαίνει σε ανοικτά θέατρα.
  4. Στον καμπύλο τοίχο η λιθοδομή χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη εσωτερικών νευρώσεων εναλλασσόμενων με εσωτερικούς στατικώς αδρανείς κενούς χώρους, τους οποίους στο άνω μέρος κάλυπταν κυλινδρικοί θόλοι κτισμένοι με ακανόνιστους, πλην όμως λίαν ισχυρούς θολίτες.

«Η στέγη του Ηρωδείου, σύμφωνα με τις πληροφορίες μας, αποτέλεσε παγκόσμιο ρεκόρ μέγιστου ανοίγματος έως και τον 19ο αιώνα! Δύναται μετά πάσης βεβαιότητος να λεχθεί, ότι το Ηρώδειο υπήρξε το υψηλότερο κτίριο της χώρας ως την εποχή της κατασκευής του ξενοδοχείου Χίλτον ενώ την δεύτερη θέση ως τα μέσα του 20ού αιώνα κατείχαν δύο επίσης ρωμαϊκά κτίρια: το λεγόμενον Οκτάγωνον κι η λεγόμενη Ροτόντα της Θεσσαλονίκης», όπως αναφέρει ο κ. Κορρές.

Τα διάφορα μέρη της στέγης θα πρέπει να ετοιμάζονταν στο έδαφος μπροστά από το κτίριο και την Στοά του Ευμένους, όπου θα πρέπει να συναρμολογούνταν δοκιμαστικά και να διορθώνονταν, σύμφωνα πάντα με την μελέτη του κ. Κορρέ. Στη συνέχεια χαράσσονταν στην επιφάνειά τους τα τεκτονικά σύμβολα ως οδηγοί της τελικής συναρμολόγησης και ακολούθως τα διάφορα μέρη ανεβάζονταν με την βοήθεια γερανών επάνω σε τεράστιο ικρίωμα ύψους 29 μέτρων. Εκεί ειδικοί τεχνίτες εκτελούσαν την συναρμολόγηση με τη βοήθεια άλλων μηχανών, που ήταν επίσης εγκατεστημένες σε αυτό το ύψος!

Η κατασκευή της γιγάντιας στέγης πρέπει να διήρκεσε τουλάχιστον τρία χρόνια, χωρίς να υπολογίζεται ο χρόνος για την αναζήτηση της ξυλείας και την ξήρανσή της. Το κτίριο οικοδομήθηκε σε οκτώ το πολύ εννέα χρόνια. Στην νεότερη εποχή μία επιπλέον απόδειξη της ύπαρξης της στέγης υπήρξε το παχύ στρώμα στάχτης που βρέθηκε από τον Πιττάκη το 1858 κατά τις ανασκαφές για την αποκάλυψη του μνημείου. Θραύσματα από κεράμους, καρβουνιασμένα ξύλα -συχνά ογκώδη- σιδηρόκαρφα εντυπωσιακού μεγέθους και σιδηρελάσματα ήταν αναμεμειγμένα με την στάχτη. Αποτέλεσμα προφανώς, όπως σημειώνει και ο κ. Κορρές της καταστροφικής μανίας των Ερούλων το 267 μ.Χ. από την οποία δεν γλίτωσε και το Ηρώδειο.

πηγές:

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s