Η αλήθεια για τους δασικούς χάρτες

ΑυθαίρεταΘύμα της απληστίας, της οργανωμένης ιδιοτέλειας, αλλά και της πολιτικής ορθότητας, πρωτίστως δε της έλλειψης ενημέρωσης, οι δασικοί χάρτες τείνουν να εξελιχθούν σε υπόθεση πιο σοβαρή από ό,τι υποδηλώνει η θεματική.

Η αναζωπύρωση του ζητήματος ξεκινάει από πρόσφατες αποφάσεις του Συμβουλίου Επικρατείας (805 έως 808/2016), με τις οποίες το ανώτατο δικαστήριο κηρύσσει μη επιτρεπτό το κλείσιμο της κτηματογράφησης μιας περιοχής, εάν προηγουμένως δεν κυρωθούν οι οικείοι δασικοί χάρτες.

Υπόβαθρο των αποφάσεων είναι η διαδικασία κτηματογράφησης των νόμων 2503/1998 και 2664/1998, που επανακαθορίζει μέσω του περίφημου «αμάχητου τεκμηρίου» την κυριότητα κάθε κτηματογραφούμενου ακινήτου. Εάν καταπατητής δασικής έκτασης καταφέρει να περάσει στο Κτηματολόγιο το καταπατημένο ως δήθεν μη δασική ιδιοκτησία του, τότε αυτό δια του αμαχήτου τεκμηρίου θα γίνει οριστικά δικό του. Τούτο, με τη «βοήθεια» και των ελλιπών δικαιοκρατικών διασφαλίσεων της τρέχουσας διαδικασίας «κτηματογράφησης δικαιωμάτων», ήτοι της επανακαταχώρισης εμπραγμάτων δικαιωμάτων ως επί το πλείστον ήδη καταχωρημένων.

Η δυνατότητα οριστικοποίησης καταπατήσεων που ενέχει η σημερινή διαδικασία «κτηματογράφησης» (ορθότερα: επανακαταχώρισης εμπραγμάτων δικαιωμάτων), οδήγησε το Συμβούλιο Επικρατείας να κρίνει ότι, για να οριστικοποιηθεί η «κτηματογράφηση»,πρέπει προηγουμένως να έχουν κυρωθεί οι δασικοί χάρτες.

Μπράβο λοιπόν στο Συμβούλιο Επικρατείας που κατάλαβε το πρόβλημα και το αντιμετώπισε. Όμως το ζήτημα έχει περισσότερες πτυχές.

Στην Ελλάδα το καλό συμπλέκεται σε υπερθετικό βαθμό με το κακό. Στην περίπτωση των δασικών χαρτών, δεν έχουμε να κάνουμε μόνον με καταπατητές που διώκονται από προστάτες των δασών. Οι νόμοι και οι πρακτικές προστασίας των δασών αντιμετωπίζουν το θέμα με την ελληνική υπεραντίδραση που διακρίνει περιπτώσεις στις οποίες δεν υφίσταται ηθικό ανάστημα για να κριθεί με εντιμότητα και θεσμική αυτοπεποίθηση το ποιος παρανόμησε και ποιος όχι.

Στο πλαίσιο αυτό, εκτός από τους καταπατητές που άρπαξαν δημόσιες δασικές εκτάσεις, υπάρχουν και οι ακόλουθες κατηγορίες:

  • Όσοι κληρονόμησαν ή αγόρασαν κάποια έκταση με μικτό ή δυσχερώς διακριβώσιμο καθεστώς.
  • Όσοι παραμέλησαν για κάποιο χρονικό διάστημα την ιδιοκτησία τους με αποτέλεσμα να αναπτυχθεί κάποια βλάστηση με δασικά χαρακτηριστικά.
  • Όσοι δεν είχαν ουσιαστικό δασικό ζήτημα με το ακίνητό τους, αλλά αρνήθηκαν να «λαδώσουν» διεφθαρμένους της δασικής υπηρεσίας.
  • Όσοι έπεσαν θύματα ζηλωτών οικολόγων ή, χειρότερα, διεφθαρμένων περιβαλλοντικών οργανώσεων που αναζητούσαν «μπαξίσια».
  • Όσοι έπεσαν με άλλους τρόπους θύματα της περιρρέουσας πολιτικής ορθότητας περί την προστασία των δασών
  • Όσοι μπλέκουν με τη διάχυτη φιλο-κρατική ευθυνοφοβία της δημόσιας διοίκησης.

Το πρόβλημα με τα δασικά ακίνητα δεν είναι μόνον ότι τυχόν εσφαλμένος χαρακτηρισμός μιας έκτασης μη δασικής ως δήθεν δασικής την καθιστά μη αξιοποιήσιμη για τον ιδιώτη. Το βασικότερο είναι το τεκμήριο κυριότητας των δασικών εκτάσεων υπέρ του δημοσίου: Εάν ένα ακίνητο χαρακτηρισθεί ως δασικό, τότε αυτομάτως το χάνει ο έως τότε ιδιοκτήτης του, εκτός και εάν αυτός αποδείξει ότι είναι δικό του (πράγμα στην πράξη σχεδόν αδύνατον). Και εάν μεν ο «ιδιοκτήτης» αυτός είναι καταπατητής (στην προστασία από τους οποίους αποσκοπεί ακριβώς το τεκμήριο κυριότητας του δημοσίου), πολύ καλά συμβαίνει. Αν όμως δεν είναι;

Για κάποιο περίεργο λόγο μάλιστα, το τεκμήριο κυριότητας του δημοσίου εφαρμόζεται συχνότερα κατά ανυποψίαστων πολιτών, που αγόρασαν ή κληρονόμησαν συγκεκριμένη έκταση με την πεποίθηση ότι ήταν μη δασική και ανήκε στον δικαιοπάροχό τους, παρά εναντίον καταπατητών.

Με την κύρωση των δασικών χαρτών θα εγερθούν εκ νέου παλαιά ζητήματα, αλλά θα δημιουργηθούν και νέα, πολυάριθμα προβλήματα από τη διάχυτη ευθυνοφοβία των δασικών υπηρεσιών, που ενισχύεται από τον συμψηφισμό παράνομων «χατιριών» σε καταπατητές, δια τεχνητής υπερευαισθησίας έναντι νομίμων κατόχων μη δασικών εκτάσεων. Στη λαϊκή καθομιλουμένη θα λέγαμε ότι οι διεφθαρμένοι «το παίζουν σκληροί για ξεκάρφωμα». Έτσι, ενώ ο νομιμόφρων πολίτης ξαφνικά θα χαρακτηρίζεται «καταπατητής», πραγματικοί καταπατητές με τις κατάλληλες «άκρες» ενδέχεται να δουν τις καταπατήσεις τους να νομιμοποιούνται.

Άραγε λοιπόν δεν πρέπει να γίνουν ποτέ δασικοί χάρτες;

Κατάρτιση δασικών χαρτών με νομική δεσμευτικότητα προϋποθέτει: α) νομοθεσία και διοικητική πρακτική να αντιμετωπίσουν την προστασία των δασικών εκτάσεων ισότιμα με την προστασία της ιδιωτικής περιουσίας και κυρίως β)να ξεκαθαρίσουν πλήρως οι δασικές υπηρεσίες από διεφθαρμένους (πράγματι ή δυνητικώς) υπαλλήλους.

Το ξεκαθάρισμα των διεφθαρμένων είναι εφικτό:Στις δασικές υπηρεσίες υπάρχει μια γενιά νέων ιδίως επιστημόνων με γνώσεις, εντιμότητα και ηθικό ανάστημα, που μπορούν να ξεχωρίσουν την ήρα από το σιτάρι. Δεν διαφαίνεται όμως πολιτική βούληση εξοβελισμού των διεφθαρμένων.

Ακόμη δυσκολότερη φαντάζει η νομοθετική και διοικητική εξισορρόπηση της προστασίας δημόσιου και ιδιωτικού συμφέροντος.Στην Ελλάδα προκρίνεται άνευ ετέρου το δημόσιο συμφέρον, με ολοκληρωτική αδιαφορία για το ιδιωτικό.Όμωςη υπονόμευση της κοινωνικής νομιμοποίησης των δασικών χαρτών οδηγεί σε υπονόμευση του κύρους αυτών και σε εχθρότητα μεγάλου μέρους της κοινωνίας απέναντι το έννομο αγαθό του δασικού περιβάλλοντος.

Μέχρις αντιμετωπιστούν οι παθογένειες αυτές, επιβάλλεται να απεμπλακεί η κατάρτιση του Κτηματολογίου από τα προβλήματα των δασικών χαρτών με τους ακόλουθους δύο τρόπους:

Πρώτον: Απαλείφοντας πλήρως τις ιδιοκτησιακές έννομες συνέπειες της κτηματογράφησης, περιορίζοντας αυτήν επί της αρχής σε τεχνική διαδικασία χαρτογράφησης. Οι κτηματολογικοί χάρτες να χρησιμεύσουν στη συνέχεια στα υποθηκοφυλακεία για την κτηματοκέντριση των ευρετηρίων τους, εξαλείφοντας έτσι τα όποια περιορισμένα μειονεκτήματα του συστήματος των υποθηκοφυλακείων, χωρίς οι χάρτες να αναπτύσσουν νομική δεσμευτικότητα για το ιδιοκτησιακό καθεστώς των κτηματογραφημένων, δασικών ή λοιπών ακινήτων. Έτσι, θεραπεύεται η αιτία των αντιρρήσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, αφού δεν θα οριστικοποιούνται καταπατήσεις καθώς δεν θα υπάρχει «κλείσιμο» κτηματογράφησης.

Δεύτερον: Με αλλαγή του τρόπου κατάρτισης των δασικών χαρτών, χωρίζοντας τις περιοχές σε αδιαμφισβήτητα δασικές και σε αμφισβητούμενα δασικές. Οι τελευταίες δεν θα κηρύσσονται δασικές με απλή πράξη του κράτους (με τον πολίτη να προσπαθεί να δικαιωθεί από θέση αδυναμίας), αλλά οι αμφισβητήσεις θα αίρονται με αδιάβλητες και αμερόληπτες διαδικασίες, με ισχυρές δικαιοκρατικές εγγυήσεις, ώστε ούτε ο πολίτης να χάνει αναίτια την περιουσία του, ούτε τα καταπατημένα να νομιμοποιούνται.

Ισχυρό νομικό εργαλείο για τα παραπάνω θα είναι ο δοκιμασμένος, άκρως επιτυχής θεσμός της μεταγραφής του Αστικού Κώδικα, με τη διατήρηση του οποίου η ιδιοκτησία του πολίτη παύει να κινδυνεύει, το δημόσιο διατηρεί άθικτα δικαιώματα επί δασικών και λοιπών δημοσίων εκτάσεων, οι καταπατητές δεν οριστικοποιούν κανένα ψευδοδικαίωμα, η δε κτηματογράφηση απεμπλέκεται από ιδιοκτησιακά ζητήματα, ασχολούμενη μόνον με τη βασική της έλλειψη: τους χάρτες.

Μια τέτοια μεταρρύθμιση που θα οδηγούσε σε γρήγορη ολοκλήρωση το έργο του Κτηματολογίου, προσκρούει εντούτοις σε πολλές και περίπλοκες ιδιοτέλειες.Μακάρι να διαψευσθούμε.

του Γεωργίου Μάτσου
αναδημοσίευση από Capital

Advertisements

Υποβολή σχολίου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s